POLITIK.GR, συνέντευξη στη δημοσιογράφο Δήμητρα Αθανασοπούλου με τίτλο: «Πολιτικά ανήθικη η στήριξη των έξι στην κυβέρνηση»

  1. Από τη θέση του τομεάρχη παιδείας της ΝΔ, πώς αξιολογείτε τον επανασχεδιασμό του ακαδημαϊκού χάρτη;  Πού βάζετε θετικό και πού αρνητικό πρόσημο και τι θα θέλατε να αλλάξετε στην παιδεία;

Η σύνδεση της ανώτατης εκπαίδευσης με την παραγωγική διαδικασία, η καταπολέμηση της νεανικής ανεργίας και η αναστροφή του εκθετικά αυξανόμενου brain drain, αποτελούν εθνικούς στόχους, και πιστεύουμε ότι η ενίσχυση της τεχνολογικής εκπαίδευσης συνιστά ένα εξαιρετικά σημαντικό εργαλείο για την επίτευξή τους. Δυστυχώς όμως η αναδιάταξη του ακαδημαϊκού χάρτη της χώρας, με το συγκεκριμένο τρόπο που επέλεξε η Κυβέρνηση, δεν εξυπηρετεί καθόλου τους στόχους αυτούς. Σας θυμίζω ότι υλοποιούνται απορροφήσεις ΑΤΕΙ από Πανεπιστήμια χωρίς ακαδημαϊκά κριτήρια, χωρίς να λαμβάνονται υπ’ όψιν τα αποτελέσματα της αξιολόγησης, χωρίς διασφάλιση επαγγελματικών δικαιωμάτων για τους αποφοίτους, χωρίς μελέτες βιωσιμότητας και σκοπιμότητας, χωρίς συνολικό σχεδιασμό. Μόνο με μικροπολιτική στόχευση.

Θετικό πρόσημο βάζω στο ανθρώπινο δυναμικό όλων των βαθμίδων εκπαίδευσης, που υπό συχνά αντίξοες συνθήκες δίνει τον καλύτερό του εαυτό. Αρνητικό πρόσημο βάζω στη συνολική θεώρηση των εκπαιδευτικών θεμάτων από την Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ: ειδικότερα, στη δαιμονοποίηση της αριστείας, στη λογική της ήσσονος προσπάθειας, στην επιβράβευση της τύχης έναντι της αξιοκρατίας, στον εξοβελισμό κάθε αξιολόγησης.

Πολλά θα θέλαμε να αλλάξουμε. Οραματιζόμαστε ένα σύγχρονο, ασφαλές δημόσιο σχολείο για όλους, ως κυψέλη γνώσης-καινοτομίας, που παρέχει ποιοτική εκπαίδευσης. Να ενισχύσουμε τον κοινωνικό χαρακτήρα της εκπαίδευσης, με ουσιαστική στήριξη της οικογένειας. Τα τριτοβάθμια εκπαιδευτικά Ιδρύματα θέλουμε να γίνουν πιο αυτόνομα και πιο εξωστρεφή, με αποτελεσματικές δομές και διαδικασίες, με εγγυήσεις διαφάνειας και λογοδοσίας, που θα συναγωνίζονται επάξια τα καλύτερα διεθνώς. Πιστεύουμε ότι είναι απόλυτα εφικτό η Ελλάδα να εξελιχθεί σε περιφερειακό κέντρο ανώτατης εκπαίδευσης.

  1. Ποιο ήταν τα κίνητρό σας για να μπείτε στην πολιτική;  Κατά πόσο έχει αλλάξει μετά την επαγγελματική σας ενασχόληση με το χώρο;  Και πότε σας μπήκε το «μικρόβιο»;

Το «μικρόβιο» όπως λέτε υπήρχε ανέκαθεν, καθώς η συμμετοχή στα κοινά με ενδιέφερε από τα σχολικά μου ήδη χρόνια. Η πολιτική επηρεάζει τις ζωές όλων μας, το παρόν και το μέλλον, και εκτιμώ ότι η νέα γενιά οφείλει να αναλάβει ενεργότερο ρόλο και να μην στέκεται παθητικά απέναντι στις εξελίξεις. Να μην κατηγορούμε άλλους για τα κακώς κείμενα, όταν εμείς οι ίδιοι δεν προσπαθούμε να τα αλλάξουμε. Με αυτό το σκεπτικό και με αίσθημα ευθύνης, αποδέχτηκα την άκρως τιμητική πρόταση του Αντώνη Σαμαρά, να συμμετάσχω στο ψηφοδέλτιο Επικρατείας στις εκλογές του Ιανουαρίου 2015. Και με την ίδια συνέπεια και εργατικότητα θα αγωνιστώ για να αλλάξει η χώρα σελίδα, από τη θέση της υποψήφιας στο Βόρειο Τομέα Β1 εκλογικής περιφέρειας Αθηνών που μου εμπιστεύτηκε ο Πρόεδρος της ΝΔ, Κυριάκος Μητσοτάκης.

  1. Ποια είναι η άποψή σας για το γεγονός πως τα κόμματα εν μέσω κοινοβουλευτικής περιόδου δέχονται στις τάξεις των κοινοβουλευτικών τους ομάδων, βουλευτές που έχουν εκλεγεί με άλλα κόμματα;

Δεν είναι ίδια η περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ με εκείνες των κομμάτων της αντιπολίτευσης. Για παράδειγμα, στη Νέα Δημοκρατία έχουν προσχωρήσει βουλευτές της αντιπολίτευσης που αποχώρησαν από τις κοινοβουλευτικές τους ομάδες σε ανύποπτο χρόνο και ασπάζονται θεμελιώδεις αρχές και αξίες μας, παραμένοντας πάντοτε αντιπολιτευόμενοι βουλευτές. Στον αντίποδα, αυτό που γίνεται τώρα με την όψιμη στήριξη της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ από ένα ετερόκλητο συνδυασμό προθύμων βουλευτών à la carte είναι, εκτιμώ, πολιτικά ανήθικο. Βουλευτές αλλάζουν εν μία νυκτί «στρατόπεδο» και, κυρίως, πολιτικές απόψεις. Μετεγγράφονται από την αντιπολίτευση στην κυβέρνηση, την οποία μέχρι προ ολίγου καιρού κατηγορούσαν για λαϊκισμό ή ενδοτισμό. Πρόκειται, κατά τη γνώμη μου, για θλιβερές απόπειρες κομματικής και προσωπικής πολιτικής επιβίωσης που εν τέλει πλήττουν την αξιοπιστία της πολιτικής και την ποιότητα της κοινοβουλευτικής μας δημοκρατίας.

  1. Κατά τη διάρκεια της διήμερης συνεδρίασης του ΕΛΚ, δόθηκε ένα κοινό σήμα για πολιτική αλλαγή από Βέμπερ και Μητσοτάκη.  Δεν είναι αρκετά συντηρητικός ο υποψήφιος του ΕΛΚ για την προεδρία της Κομισιόν όσον αφορά στο ευρωπαϊκό όραμα;

Ο Μάνφρεντ Βέμπερ είναι ένας έμπειρος πολιτικός που χαίρει εκτίμησης στο Ευρωκοινοβούλιο και θα αποτελούσε, θεωρώ, μία εξαιρετική επιλογή ως επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Σε μια εποχή κλυδωνισμών για το ευρωπαϊκό οικοδόμημα, εποχή έξαρσης του ευρωσκεπτικισμού, των λαϊκίστικων κομμάτων, καθώς και του προσφυγικού/μεταναστευτικού προβλήματος, πιστεύω ότι θα μπορέσει να γεφυρώσει τις απόψεις όσων αποζητούν περισσότερη «Ευρώπη» και όσων επιθυμούν την ισχυροποίηση του ρόλου των κρατών-μελών, έχοντας μακρά πείρα στην άσκηση ευρωπαϊκής πολιτικής. Το άμεσο μέλλον θα δείξει.

  1. Συμμετέχετε στο 4ο οικονομικό φόρουμ των Δελφών. Η θεματολογία του φόρουμ εστιάζει στους εξής θεματικούς πυλώνες: οι γεωπολιτικές προκλήσεις, οι διεθνείς τάσεις της εποχής και το μέλλον του πλανήτη. Ποιο θα είναι το θέμα σας ;

Στο 4ο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών, θα μιλήσω για το ρόλο της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης σήμερα, υπό το πρίσμα των διεθνών εξελίξεων και προκλήσεων. Με άλλα λόγια, πως οι σπουδές θα ανταποκριθούν στις ανάγκες μίας σύγχρονης αγοράς εργασίας στην Ελλάδα, ποιες είναι οι δεξιότητες που καθίστανται απαραίτητες για έναν νέο επαγγελματία, πώς μπορεί να αμβλυνθεί η όποια αναντιστοιχία μεταξύ των παρεχόμενων γνώσεων και της παραγωγικής διαδικασίας και επιτυχημένης επαγγελματικής σταδιοδρομίας. Ο Πρόεδρος της Παγκόσμιας Τράπεζας, Τζιμ Γιονγκ Κιμ, ανέφερε πρόσφατα ότι, έως το 2030, περίπου 182 εκατομμύρια άνθρωποι θα αναζητούν θέσεις εργασίας χαμηλής ειδίκευσης, που δεν θα είναι πλέον διαθέσιμες, καθώς η τεχνητή νοημοσύνη και ο αυτοματισμός θα τις έχουν εξαλείψει. Το 65% όλων των προπτυχιακών φοιτητών ήδη αναζητεί θέσεις εργασίας που δεν υπάρχουν σήμερα. Αυτά τα στοιχεία αν μη τι άλλο πρέπει να ληφθούν υπόψη κατά το σχεδιασμό μίας μακρόπνοης, διεθνώς ανταγωνιστικής εκπαιδευτικής πολιτικής.

Εδώ η ηλεκτρονική δημοσίευση της συνέντευξης.