Συνέντευξη της Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων Νίκης Κεραμέως στην Εφημερίδα Ελεύθερος Τύπος της Κυριακής

«Η χώρα μας έχει ταλαιπωρηθεί από τον λαϊκισμό και έχει πληγωθεί από την Ακροδεξιά. Η μάχη εναντίον τους, για εμάς, στη Νέα Δημοκρατία, είναι συνεχής», δηλώνει η υπουργός Παιδείας, Νίκη Κεραμέως, σε μία συνέντευξη εφ’ όλης της πολιτικής ύλης.

Οι αντιδράσεις της Ελλάδας απέναντι στις τουρκικές προκλήσεις, η στάση της Νέας Δημοκρατίας στην αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης αλλά και τα βέλη που δέχεται η κυβέρνηση από τον ΣΥΡΙΖΑ για την παραβατικότητα στα πανεπιστήμια είναι μερικά από τα ερωτήματα στα οποία κλήθηκε να απαντήσει η κ. Κεραμέως, υπογραμμίζοντας παράλληλα τη σημασία της πρώτης εκλογικής αναμέτρησης στις επερχόμενες εθνικές εκλογές του 2023. «Η συζήτηση για τη διακυβέρνηση δεν είναι θεωρητική άσκηση… Τα δεδομένα καθιστούν την αυτοδυναμία της Νέας Δημοκρατίας προϋπόθεση για να συνεχίσει η Ελλάδα να πορεύεται στον δρόμο της σταθερότητας, της ανάπτυξης και της κοινωνικής συνοχής», αναφέρει.

Ολοι μιλούν για έναν δύσκολο χειμώνα μπροστά μας, λόγω της διεθνούς ενεργειακής κρίσης. Είναι σε θέση η κυβέρνηση να συνεχίσει να στηρίζει επαρκώς για όσο καιρό χρειαστεί την ελληνική κοινωνία;

Στην κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας έχουμε αποδείξει εμπράκτως ότι η στήριξη της κοινωνίας και ειδικότερα των οικονομικά πιο αδύναμων συμπολιτών μας αποτελεί για εμάς κρίσιμη και σταθερή προτεραιότητα. Από την πρώτη στιγμή που ξέσπασε η παγκόσμια ενεργειακή κρίση, με μια δέσμη στοχευμένων αλλά και οριζόντιων μέτρων, περιορίσαμε, όσο ήταν δυνατόν, το πρόσθετο κόστος στο ηλεκτρικό ρεύμα και στα καύσιμα. Οσο η κρίση συνεχιζόταν, η στήριξη στην κοινωνία αυξανόταν, με αποτέλεσμα η Ελλάδα να είναι η χώρα που έχει διαθέσει το μεγαλύτερο ποσοστό του ΑΕΠ από όλες τις ευρωπαϊκές χώρες για την άμβλυνση των επιπτώσεων της κρίσης. Γνωρίζουμε καλά ότι δεν μηδενίσαμε τις επιπτώσεις. Τις περιορίσαμε, όμως, στηρίζοντας κάθε ελληνικό νοικοκυριό και κάθε επιχείρηση. Αυτό συνεχίζουμε να κάνουμε. Με μέτρα στήριξης, διεύρυνση των δικαιούχων, αλλά και αυξημένους ελέγχους στην αγορά. Κάθε ευρώ, που μπορούμε να διαθέσουμε, δαπανάται για τη στήριξη της κοινωνίας.

Πολλοί προσδοκούν ότι στο προσεχές Ευρωπαϊκό Συμβούλιο θα ληφθούν, επιτέλους, αποφάσεις και σε ευρωπαϊκό επίπεδο για την ενεργειακή κρίση. Γιατί δεν έχει υπάρξει μέχρι τώρα η αναγκαία ευρωπαϊκή αλληλεγγύη -όπως είχε συμβεί με την πανδημία- και αντί η Ε.Ε. να αξιοποιήσει τη δύναμή της, για να μειώσει π.χ. τις τιμές του φυσικού αερίου, έχει αφήσει να διαφανούν αδυναμίες της;

Είναι αλήθεια ότι εσωτερικές ισορροπίες έχουν οδηγήσει σε μεγάλη καθυστέρηση τη λήψη αποφάσεων της Ε.Ε. Οπως γνωρίζετε, ο πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης, έχει, εδώ και πολύ καιρό, προτείνει την επιβολή πλαφόν στην τιμή του φυσικού αερίου. Η πρόσφατη πρόταση της προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, να εξεταστεί το ανώτατο όριο τιμών είναι ένα πολύ σημαντικό βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση και ελπίζουμε ότι θα υιοθετηθεί από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Η υποβολή εμπεριστατωμένων προτάσεων εκ μέρους του πρωθυπουργού, πολλές από τις οποίες έχουν ήδη γίνει δεκτές σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ενισχύει τη θέση της χώρας μας και, βεβαίως, εν προκειμένω, στοχεύει να στηρίξει τους καταναλωτές και τις αγορές, μέσω της διατήρησης των τιμών στην ενέργεια σε λογικά επίπεδα.

Ζούμε μία περίοδο μεγάλης έξαρσης της τουρκικής προκλητικότητας. Πώς την αντιμετωπίζει η Ελλάδα και ποιος μπορεί να είναι μέσα σε αυτές τις συνθήκες ο δρόμος για αποκλιμάκωση της έντασης;

Η Ελλάδα αντιμετωπίζει τις τουρκικές προκλήσεις με ψυχραιμία και αποφασιστικότητα. Ο πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης, αποδεικνύει σε όλα τα διεθνή fora ότι οι αιτιάσεις της Τουρκίας είναι αντίθετες με το Διεθνές Δίκαιο, κάποιες φορές έξω από κάθε έννοια λογικής. Η αποτελεσματικότητα των ελληνικών κινήσεων αποδεικνύεται από τις σημαντικές συμμαχίες που έχουμε συνάψει τα τελευταία χρόνια, αλλά και από τις αποδοκιμαστικές για την Τουρκία δηλώσεις τόσο της Ε.Ε. όσο και των ΗΠΑ. Ασφαλώς, επιθυμούμε να αποκλιμακωθεί ή ένταση. Θέλουμε σχέσεις καλής γειτονίας με την Τουρκία. Προϋπόθεση γι’ αυτό είναι, βεβαίως, ο σεβασμός του Διεθνούς Δικαίου και η τήρηση από την Τουρκία των δεσμεύσεων που έχει αναλάβει έναντι της Ε.Ε. Την ίδια στιγμή, έχουμε καταστήσει σαφές προς όλους ότι είμαστε έτοιμοι και αποφασισμένοι να προασπίσουμε τα κυριαρχικά μας δικαιώματα.

Γιατί η Ν.Δ. θεωρεί τόσο σημαντική την πρώτη εκλογική αναμέτρηση του 2023 που θα διεξαχθεί με απλή αναλογική και γιατί συνδέει τη σταθερότητα με την αυτοδυναμία, τη στιγμή που και άλλες χώρες της Ευρώπης πορεύονται με κυβερνήσεις συνεργασίας;

Η σημασία της πρώτης εκλογικής αναμέτρησης είναι καθοριστική, γιατί το αποτέλεσμά της θα διαμορφώσει τις προϋποθέσεις για την επίτευξη της αυτοδυναμίας της Νέας Δημοκρατίας στις εκλογές που θα ακολουθήσουν. Η συζήτηση για τη διακυβέρνηση δεν είναι θεωρητική άσκηση. Αφορά τη χώρα μας, τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, με τις συγκεκριμένες πολιτικές δυνάμεις και τις συγκεκριμένες θέσεις που η καθεμία έχει, τόσο γενικά όσο και σε σχέση με τις συνεργασίες. Τα δεδομένα αυτά καθιστούν την αυτοδυναμία της Νέας Δημοκρατίας προϋπόθεση για να συνεχίσει η Ελλάδα να πορεύεται στον δρόμο της σταθερότητας, της ανάπτυξης και της κοινωνικής συνοχής. Την καθιστούν κοινωνική, πολιτική, εθνική -θα έλεγα- αναγκαιότητα.

Με το ΠΑΣΟΚ υπάρχουν, πιστεύετε, περιθώρια συνεννόησης ή έχει… γκρεμιστεί κάθε γέφυρα, λόγω της υπόθεσης της επισύνδεσης του τηλεφώνου του κ. Ανδρουλάκη;
Οι δηλώσεις του κ. Ανδρουλάκη δεν αφήνουν περιθώρια συνεννόησης. Αποτελεί, μάλιστα, κοινή διαπίστωση ότι αρκετές φορές τελευταία η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ/ΚΙΝΑΛ υιοθετεί ή αποδέχεται λογικές και προσεγγίσεις του ΣΥΡΙΖΑ. Γέφυρες, όμως, υπάρχουν με ψηφοφόρους που το 2019 στήριξαν το συγκεκριμένο κόμμα και αντιλαμβάνονται το πραγματικό διακύβευμα των επόμενων εκλογών. Που θέλουν σταθερότητα, σιγουριά, αποτελεσματικότητα. Που δεν θέλουν η Ελλάδα να γυρίσει πίσω.

Μία σειρά εκλογικών αποτελεσμάτων στην Ευρώπη, με πιο πρόσφατο στην Ιταλία, δείχνει άνοδο του λαϊκισμού και δυνάμεων της Ακροδεξιάς. Πόσο σας ανησυχεί το ενδεχόμενο να υπάρξει τέτοια τάση και στη χώρα μας;

Η χώρα μας έχει ταλαιπωρηθεί από τον λαϊκισμό και έχει πληγωθεί από την Ακροδεξιά. Η μάχη εναντίον τους, για εμάς, στη Νέα Δημοκρατία, είναι συνεχής. Απέναντι στον λαϊκισμό, αντιτάσσουμε τον πολιτικό ρεαλισμό, τη συνέπεια στις δεσμεύσεις μας, την υπευθυνότητα. Απέναντι στην Ακρα Δεξιά, αντιτάσσουμε την ελευθερία, τη θεσμική λειτουργία της Δημοκρατίας, την ισχυρή και ασφαλή θέση της Ελλάδας στην Ευρώπη και τον κόσμο. Δεν εφησυχάζουμε. Πρόκειται για μια καθημερινή μάχη, μια μάχη που κερδίσαμε στις εκλογές του 2019 και πιστεύω ότι, με την εμπιστοσύνη της πλειονότητας των πολιτών, θα κερδίσουμε και πάλι το 2023.

Με τον ΣΥΡΙΖΑ να σας καταλογίζει ευθύνες για την εγκληματικότητα στα ΑΕΙ και την κατάσταση των φοιτητικών εστιών, θεωρείτε ότι η Ν.Δ. ως κυβέρνηση έχει κερδίσει τη μάχη με την ανομία; Και τι απαντάτε στη σκληρή κριτική που δέχεστε για τον ρόλο της Πανεπιστημιακής Αστυνομίας;

Το να κατηγορεί ο ΣΥΡΙΖΑ τη Νέα Δημοκρατία για ανομία στα πανεπιστήμια και την κατάσταση στις φοιτητικές εστίες αποτελεί πολιτικό θράσος και ακραίο παραλογισμό. Θυμίζω ότι ως υπουργείο Παιδείας εισηγηθήκαμε τον πρώτο νόμο της διακυβέρνησής μας, που αποκατέστησε το πανεπιστημιακό άσυλο στην πραγματική του έννοια και έχει επιτρέψει στην Ελληνική Αστυνομία να βάλει τέλος σε δεκάδες καταλήψεις, κάποιες από τις οποίες κρατούσαν δεκαετίες, και να εξαρθρώσει ακόμα και κυκλώματα σκληρών εγκληματιών, όπως αυτό στη φοιτητική εστία του Ζωγράφου. Δεν μείναμε όμως σε αυτό. Προχωρήσαμε με τα σχέδια ασφαλείας των πανεπιστημίων, που δεν υπήρχαν, με την ελεγχόμενη πρόσβαση και με τις Ομάδες Προστασίας Πανεπιστημιακών Ιδρυμάτων. Απέναντι σε όλα αυτά, ο ΣΥΡΙΖΑ επιμένει να ανέχεται παράνομες συμπεριφορές, να στηρίζει τις καταλήψεις, να θεωρεί «αυταρχισμό» την εξάρθρωση της εγκληματικής οργάνωσης που είχε καταλάβει τη φοιτητική εστία. Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας δίνει μάχη με την ανομία στα πανεπιστήμια. Μια μάχη που ποτέ δεν θέλησε να δώσει ο ΣΥΡΙΖΑ. Δεν είναι μια εύκολη μάχη. Υπάρχουν οργανωμένα συστήματα που αντιδρούν στις ΟΠΠΙ. Η πλειονότητα της κοινωνίας, όμως, στηρίζει τις επιλογές μας.

Eδώ και δύο χρόνια βρίσκεστε σε μια διαμάχη με τους συνδικαλιστές εκπαιδευτικούς, που αντιδρούν στην πλειονότητα των πρωτοβουλιών σας. Είναι, τελικά, ο δικαστικός δρόμος η μόνη λύση; Και αν ναι, υπάρχει συναίνεση από το σύνολο των εκπαιδευτικών στις πρωτοβουλίες σας;

Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας υλοποιεί το πρόγραμμα για το οποίο μας εμπιστεύτηκαν οι Ελληνίδες και οι Ελληνες. Αυτό κάνουμε και στο υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων, με ιδιαίτερη συνέπεια, επιτρέψτε μου να πω, αφού έχουμε ήδη υλοποιήσει το σύνολο των δεσμεύσεών μας σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης. Από το νηπιαγωγείο έως το πανεπιστήμιο και τη διά βίου μάθηση. Είναι αλήθεια ότι οι ηγεσίες των συνδικαλιστικών οργανώσεων ενίοτε αντιδρούν. Δυστυχώς, παραμένουν προσκολλημένες σε ιδεοληψίες και νοοτροπίες που ανήκουν στο παρελθόν. Σέβομαι τον ρόλο και τα δικαιώματά τους, αρκεί να ασκούνται σύμφωνα με τον νόμο. Θεωρώ όμως αδιανόητο να προκηρύσσονται απεργίες ενάντια στην αξιολόγηση των σχολικών μονάδων, που λειτουργεί με επιτυχία σε ολόκληρο τον κόσμο, ενάντια στις εξετάσεις για τα πρότυπα σχολεία, που αναβαθμίζουν τη δημόσια εκπαίδευση, ενάντια στην αξιολόγηση του εκπαιδευτικού συστήματος, που στόχο έχει τη βελτίωσή του, ενάντια στον θεσμό του μέντορα, που στηρίζει τους νέους εκπαιδευτικούς, πάνω από όλα γιατί οι απεργίες αυτές είναι διαρκείας, αξιώνουν δηλαδή τη μη εφαρμογή νόμων που έχουν ψηφιστεί από τη Βουλή των Ελλήνων. Μπορούν κάλλιστα να απεργήσουν εντός των προϋποθέσεων που θέτει ο νόμος για να διεκδικήσουν αιτήματά τους, δεν μπορούν όμως απλά να μην εφαρμόζουν νόμους του Κοινοβουλίου. Η στάση όμως αυτή καθιστά ολοένα και πιο εμφατική τη διάκριση μεταξύ συνδικαλιστικών ηγεσιών και του σώματος των εκπαιδευτικών. Θεωρούμε τους εκπαιδευτικούς μας πολύτιμο ανθρώπινο κεφάλαιο του εκπαιδευτικού συστήματος. Ακριβώς γι’ αυτό, προχωρήσαμε σε 25.000 μόνιμους διορισμούς στην εκπαίδευση έπειτα από μία δωδεκαετία που δεν είχε γίνει ούτε ένας, ενώ ενισχύουμε τον ρόλο τους, τους δίνουμε μεγαλύτερες ελευθερίες και μεγαλύτερη αυτονομία στο έργο τους, διευρύνουμε τα προγράμματα επιμόρφωσής τους. Την πραγματικότητα αυτή αντιλαμβάνονται καθημερινά όλο και περισσότεροι εκπαιδευτικοί.